Βεβαιότητες ή Συμμόρφωση

Όλες οι βεβαιότητες που διατυπώνονται γύρω μας, από τις πιο ηχηρές πεποιθήσεις μέχρι τις πιο εκλεπτυσμένες θεωρίες, δεν είναι παρά η ηχώ της ίδιας της συμμόρφωσης και των συσσωρευμένων σκέψεων του παρελθόντος.

Ο άνθρωπος που μιλά με την αυτοπεποίθηση εκείνου που κατέχει την αλήθεια, αδιαφορεί για το γεγονός ότι αυτό που ονομάζει «αλήθεια» είναι απλώς ένα κατασκεύασμα, διαμορφωμένο από τον λόγο, την εμπειρία και την ανάγκη του να νιώθει ασφαλής.

Η ίδια η έννοια της αλήθειας αποκαλύπτει την αδυναμία του νου να σταθεί απέναντι στο άγνωστο. Ο νους, ανήσυχος και φοβισμένος μπροστά στους δικούς του περιορισμούς, εφευρίσκει υπαρξιακά νοήματα και ανώτερους σκοπούς για να δικαιολογήσει την παρουσία του. Πλάθει μια «αλήθεια» και στη συνέχεια την αναζητά, λες και πρόκειται για ένα χαμένο αντικείμενο που περιμένει να ανακαλυφθεί.

Τι συμβαίνει όμως αν δεν υπάρχει καμία αλήθεια; Τι αν η πραγματικότητα βρίσκεται πέρα από κάθε δυνατότητα γνώσης, κατανόησης ή διατύπωσης;

Όταν η σκέψη προσπαθεί να περιγράψει αυτό που είναι, το μόνο που καταφέρνει είναι να δημιουργεί ένα είδωλο της πραγματικότητας. Η προσκόλληση σε αυτό το είδωλο τρέφει την αυταπάτη ότι γνωρίζουμε, ενώ στην πραγματικότητα απλώς περιφερόμαστε μέσα στα στενά όρια των δικών μας εννοιών.

Η πραγματική πρόκληση δεν είναι να βρεθεί μια καλύτερη απάντηση, αλλά να καταρρεύσει η ίδια η ανάγκη για απαντήσεις. Χωρίς την απαίτηση για ένα ανώτερο νόημα ή μια τελική αλήθεια, η αγωνία της αναζήτησης σωπαίνει. Αυτό που απομένει δεν είναι ένα κενό που πρέπει να γεμίσει, αλλά η ίδια η ζωή στην άμεση, αδιαμεσολάβητη παρουσία της, πριν προλάβει ο νους να την ονομάσει, να την κρίνει ή να την ερμηνεύσει.

α.α.